Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Η Ελένη Βιτάλη αφηγείται τη ζωή της [βιντεο]

Γεννήθηκα στην Αθήνα, στο μαιευτήριο Έλενα. Πατέρας μου ήταν ο συνθέτης Τάκης Λαβίδας. Ήτανε πολύ μινόρε ο πατέρας μου, μινόρε, ενώ το ματζόρε είναι πιο ανοιχτό. Και του έλεγα «Βρε πατέρα, εσείς είσαστε επτά αδέρφια μ' έναν μπαμπά σχεδόν πλούσιο, δεν είχατε τα ψυχολογικά σας, μια χαρά, δόξα τω Θεώ! Γιατί γράφεις τόσο μινόρε;». Εδώ που τα λέμε, ματζόρε ήτανε, αλλά μινόρε στη νοοτροπία. Ήτανε πολύ στο υπαρξιακό, χωρίς να.......
μιλάμε για Άκη Πάνου, που ήταν εκεί πάνω! Κορυφαίος οργανοπαίκτης. Είχε οξυδέρκεια και μυαλό. Τι άλλο; Και συναίσθημα! Υπάρχουν κι άλλοι δεξιοτέχνες που δεν έχουν συναίσθημα, που τους ακούς και δεν σου μένει κάτι και λες «καλύτερα να πάω στο τσίρκο». Η καψούρα του, ο έρωτάς του, τα πάντα, ήτανε το σαντούρι.   Ο Μπιθικώτσης ήταν κάθε μέρα με τον πατέρα μου, ο Στέλιος ο Καζαντζίδης. Κι εγώ, παιδάκι, τους καταλάβαινα σαν θείους μου. Ο Βαγγέλης Περπινιάδης, επίσης. Είχαμε τις ίδιες κούκλες με την κόρη του. Δεν υπήρχαν πολλές κούκλες τότε, τις χτενίζαμε, τις χαλάγαμε, παίρναμε άλλες. Και η Μπέλλου οπωσδήποτε! Σοβαρή σχέση!   Η μάνα μου, η Λούσυ Καραγεωργίου, τραγουδούσε με τον πατέρα μου μόνο. Τη ζήλευε ο πατέρας μου και φοβόταν μην του τη φάει ο Τσιτσάνης. Η Μπέλλου είχε πάρα πολύ πλάκα με την αριστοφανική βωμολοχία – δεν μου έβγαλε ποτέ χυδαιότητα. Πώς να το πω αλλιώς; Έτσι μου βγήκε τώρα. Ήτανε άντρας, ξέρετε, όχι όπως το λένε κάποιοι, αλλά με την έννοια του κιμπάρη, που σέβεται τον λόγο του. Η Μπέλλου δεν υπάρχει, που λένε κι οι νέοι. Γίνομαι κι εγώ σαν τους νέους, ναι, δεν υπάρχει!   Ο Καζαντζίδης πάλι είχε κι αυτός τα ψυχολογικά του. Δεν με ήθελε. Δεν του άρεσε η φωνή μου πολύ. Όχι, δεν είναι κακό αυτό. Του άρεσε η Πίτσα Παπαδοπούλου κι έπαιρνε αυτήν για σιγόντα. Θα ήθελα πολύ να του κάνω σιγόντα, αλλά δεν του άρεσα. Δεν μου το είχε πει ο ίδιος, αλλά επειδή δεν με κάλεσε ποτέ, μάλλον δεν του άρεσα. Θα ήθελα να του 'χα κάνει σιγόντο, για μένα, για να δω πώς θα ήταν εκείνος.   Ό,τι μου είπε ο Πατσιφάς, τα ίδια μου 'χε πει κι ο πατέρας μου. Έλεγε στη μάνα μου πέντε κουβέντες μόνο: «Γιατί το ξυπνάς το παιδί να πάει σχολείο; Το σκοτώνεις!». Μια φορά με ξύπνησε η μάνα μου, ενώ δεν είχα σχολείο τότε –αυτό δεν θα το ξεχάσω, ήτανε κόμβος, που λέει κι ο Λογοθετίδης–, και μου είπε «Ελένη, ξύπνα, μάνα μου, έχεις στούντιο με τον Πατσιφά». Δεν είχαμε απλώς ραντεβού, δηλαδή, αλλά στούντιο, έγραφα. Πετάγεται ο πατέρας μου και λέει «Εγώ δεν το σκοτώνω το παιδί μου να το ξυπνήσω την ώρα που κοιμάται». Το ακούω κι εγώ να τηλεφωνεί του Πατσιφά και να του λέει: «Κοίτα να δεις, Αλέκο, εγώ δεν ξυπνάω το παιδί μου για τις δικές σου μαλακίες! Να κλείσετε το στούντιο πιο αργά!». Σκέψου, κι εγώ ήθελα να γίνω φίρμα (γέλια). Αυτά δεν γίνονται! Ήτανε μεγάλο μάθημα, όμως. Τον ένοιαζε τον πατέρα μου να είμαι καλά εγώ, κυρίως να μη μασήσω. Ήτανε Γαλάτης!   Ήμουν μοναχοπαίδι, αν και ήμασταν πέντε παιδιά. Πώς γίνεται αυτό τώρα, είναι μεγάλη ιστορία. Είχε κάνει με πολλές γυναίκες παιδιάο πατέρας μου, ήτανε πολύ ερωτιάρης. Μια χαρά, να 'ναι καλά οι άνθρωποι, αλλά τα παιδιά, πάλι, τι φταίνε; (γέλια) Ο πατέρας μου έλεγε «Αν σε κάνει καλά ο άλλος, να τον δείρεις. Αν δεν σε κάνει, πώς τολμάς;». Είχα δει πολλές φορές τον πατέρα μου να δέρνει κόσμο, αν πείραζαν κάνα κοριτσάκι, ξέρω γω! Να βλέπεις τώρα έναν άντρα, Μπρους Λι μόνος του ήτανε! Θυμάμαι μια φορά χτυπάγανε ένα γατάκι, στην Πατησίων ήτανε, και το σπρώχνανε προς τα αυτοκίνητα – πλατεία Αμερικής, πλατεία Αγάμων τη λέγαμε τότε. Εγώ τότε ήμουν τεσσάρων ετών, για το '58 μιλάμε δηλαδή, και είχα δει την εικόνα, το καημένο το γατάκι να προσπαθεί να ξεφύγει. Ώρε, μάνα μου! Γυρίζει σπίτι απ' τη δουλειά ο πατέρας μου, εμένα με είχαν στα γόνατά τους ακόμα, και λέει στη μάνα μου «Πάρ' το παιδί μέσα». Βγαίνει έξω: «Παιδιά, αφήστε το γατάκι ήσυχο». Τον έβλεπα, μόνος του με τέσσερις αληταράδες. «Ρε, αφήστε το γατάκι!», τίποτα! Τους πήγαν στο νοσοκομείο! Το τι ξύλο φάγανε! Πώς να χτύπαγε επομένως το παιδί του ο πατέρας μου; Απ' αυτή την άποψη, λοιπόν, πήρα από αυτόν. Ο Νίκος, ο γιος μου, δεν έχει φάει ποτέ ξύλο από μένα, εννοώ ούτε έτσι (κάνει ένα απαλό άγγιγμα). Εκεί παίζεται το παιχνίδι, στην αγάπη, όχι στο «έκανα ένα παιδί και σε παρατάω». «Και τι μ' έκανες; Με ρώτησες;».   Ξεκίνησα στα πανηγύρια στην ηλικία των 14. Πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου. Τότε τα σαντούρια δεν είχαν πέραση στην Ελλάδα. Είχαν όμως τα μπουζούκια. Όλοι έλεγαν «θα πάμε στα μπουζούκια», όχι στα μπουζουξίδικα. Μεσουρανούσε ο Χιώτης τότε, μετά πήγε στην Αμερική, χάθηκε. Του πατέρα μου του έκανε πρόταση ο Παύλος Μπακογιάννης, της Ντόρας, για τη Γερμανία. Εμείς εδώ, με τη μάνα μου, Φωκίωνος Νέγρη μέναμε. Η μάνα μου τσαούσα, εκεί, από πάνω, πήγαινε στα πανηγύρια όταν έβρισκε δουλειά. Όταν δεν έβρισκε, καθάριζε σκάλες ή έπλενε στο χέρι. Ήτανε ήδη τριαντάρα, μεγάλη για τα πανηγύρια, όπου ήθελαν κοριτσάκια. Μια χαρά γυναίκα, μάγκας, άντρας και γυναίκα μαζί. Της λέω «ρε μαμά, να έρθω κι εγώ σε κάνα πανηγύρι;». Μου άρεσε, το έβλεπα σαν παιχνίδι. Έρχεται ένας και της λέει: «Κυρία Λαβίδα, θέλετε να τραγουδήσετε στο τάδε χωριό;». Απαντάει εκείνη «Ωραία, εγώ παίζω κιθάρα, αλλά θέλω αυτό το κλαρίνο, αυτό το βιολί» κ.ο.κ. Έλα, όμως, που όταν φτάνουμε στο χωριό, στα Εξαμίλια Κορίνθου –το θυμάμαι γιατί ήτανε το πρώτο μου πανηγύρι– πεθαίνει ο παπάς! Ήτανε και πολλοί τσιγγάνοι εκεί τότε και 'μένα μου άρεσε όλη αυτή η χρωματική πανδαισία – πω, πω, τι ωραία που ήτανε! «Καλωσορίσατε», μας λένε, «πέθανε ο παπάς»! Στο ντεμπούτο μου, δηλαδή, ως τραγουδίστρια πέθανε ένας παπάς (γέλια). Εικόνες κωμικοτραγικές από τα πανηγύρια! Θα πω κάτι που δεν παίζεται.! Έχω ανέβει στο πάλκο με τους μουσικούς και παίζουμε. Το πάλκο είναι στημένο σε μία πλατφόρμα, έχει ρόδες από κάτω και πάνω κιλίμια. Είχανε δέσει, όμως, τον γάιδαρο με την πλατφόρμα (τρανταχτά γέλια). Ξεκινάει η κόρνα στ' αυτιά του γαϊδάρου, φεύγει σαν σίφουνας αυτός, και ξέρεις πού βρεθήκαμε; Στο ρέμα μέσα! Έχω ζήσει τόσα... Όλο λέω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά βαριέμαι.   Γύρισε, λοιπόν, ο πατέρας μου από τη Γερμανία και έμαθε ότι τραγουδάω στα πανηγύρια. Βάζει κάτω τη μάνα μου: «Εγώ έλειπα κι εδώ τι πράγματα ειν' αυτά που συμβαίνουν; Με ρώτησες εμένα; Μου έγραψες γράμμα;». «Για πλάκα», του κάνει η μάνα μου, «την πήρα μαζί». «Για πλάκα; Έλα εδώ, εσύ» μου λέει. Εγώ χαχαχα με τον πατέρα μου, ήμασταν κολλητάρια, η μάνα μου μου 'χωνε και καμία. «Τι έγινε;», με ρωτάει, «έχει γίνει τίποτα με κανέναν;». Απαντάω «Τι να 'χει γίνει, ρε μπαμπά; Είχα κι εγώ δυο-τρία φλερτ, καμιά φορά μπερδευόμουν κι έκλεινα με δύο ραντεβού (γέλια)». Λίγο πονηρές εποχές, τα κάναμε όλα, χωρίς να κάνουμε τίποτα. «Να φιληθώ», ξέρω 'γω, «ή θα 'ρθει η μάνα μου;». «Λοιπόν», με ρωτάει, «το Ωδείο το συνεχίζεις;». Ποιο Ωδείο; Το 'χα σταματήσει. Λέω «Όχι». «Δεν πειράζει» μου απαντάει. «Και τώρα τι θες να κάνεις; Θες να γίνεις τραγουδίστρια;». «Όχι», εγώ πάλι, «γιατρός θέλω να γίνω». Ήθελα πράγματι να γίνω γιατρός, παιδίατρος, και να μην παίρνω και λεφτά. Τον ρώτησα αν μπορούσα να πηγαίνω στα πανηγύρια τα καλοκαίρια. Τη γνώμη του ήθελα, όχι την άδειά του, αφού η γνώμη του ισοδυναμούσε με άδεια. Ξέρεις τι μου 'πε; «Να πας, παιδάκι μου, δεν με πειράζει, αλλά δεν θέλω ν' ακούς πράγματα που δεν είναι καλά».   Κάνω δύο τραγούδια σε δισκάκι με τον πατέρα μου, τον «Ιπτάμενο Δίσκο» και το «Σοφεράκι». Τα ξαναείπα χρόνια μετά στο «Χορέψτε γιατί χανόμαστε», εκείνο τον δίσκο που κάνουμε τους γύφτους με τον Κοντογιάννη στο εξώφυλλο. Το δισκάκι βγήκε στην RCA –ήμουν 13 ετών– και πούλησε 7.000 αντίτυπα! Σαν γατάκι η φωνή μου. Πραγματικά συλλεκτικός δίσκος για πλάκα, ακούς ένα γατί! Έπαιζαν μέσα πρώτο μπουζούκι ο Νικολόπουλος και δεύτερο ο Ξαπλαντέρης. Σχεδόν δημόσιοι υπάλληλοι ήτανε οι άνθρωποι. Μες στην ταλαιπωρία, το λέω με την καλή έννοια. Πήγαιναν στην Columbia, που την γκρέμισαν οι υπάνθρωποι!   Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO   Τις προάλλες μίλαγα με τη Γλυκερία. Έχει την υγειά της, γιατί είναι καλά στα μυαλά της. «Σήμερα θα βάλω ρεβίθια» μου λέει, μια χαρά. Τέτοια συζητάμε για να ξεχνιόμαστε, αν θα βάλουμε σόδα στα ρεβίθια και άλλα τέτοια. Κουμπάρα μου είναι η Γλυκερία και την αγαπώ πολύ.     Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος στενοχωρήθηκε κάποτε. Εγώ δεν ξιπάστηκα, απλώς είπα πως ο Μάκης, 20 ετών παλικάρι, έπαιζε κλαρίνο, κι εγώ ήμουν κοριτσάκι και πολλές φορές, για να με προστατέψει, κόντευε να τσακωθεί. Έδωσε, λοιπόν, πριν από μια δεκαετία μια συνέντευξη και είπε: «Η Βιτάλη μίλησε για μένα ότι ήμουν καυγατζής στα κλαρίνα, που ποτέ δεν ήμουν» κ.λπ. Δεν ήθελα να τον προσβάλω. Δεν θέλω να 'χει πικρία, να 'ναι καλά θέλω. Δεν σου αρέσουν τα κλαρίνα, Μάκη μου; Καλή καρδιά!   Θυμάμαι μια μέρα που με πήγε ο πατέρας μου στον Μίμη Πλέσσα, που κάνανε παρέα. Βλέπω εκεί έναν σουρεαλιστικό πίνακα που είχε και σκάω στα γέλια. Την ίδια ακριβώς εποχή ήθελα να χωθώ κι ο μόνος τρόπος ήταν οι μπουάτ. Με παίρνει μαζί του ο Αραπίδης. Αυτός μου μίλησε πρώτη φορά για τον Πατσιφά και ότι πρέπει να πάω κοντά του, γιατί θα μου διαμόρφωνε γνώμη και άποψη. Καλή του ώρα του Αραπίδη! Μου κλείνει ραντεβού, πάω για ακρόαση. Τότε χάλαγαν κόσμο ο Πουλόπουλος και η Χωματά. Ξυπνάω πρωί, φτάνω στην Columbia και βλέπω στον διάδρομο τον Μανώλη Αγγελόπουλο με την Αννούλα Βασιλείου. Τι όμορφοι και οι δυο! Έρχεται και ο Πατσιφάς: «Ελένη Λαβίδα». Σηκώνομαι. «Έλα δω, εσύ», μου λέει, «θα κουρευτείς!». «Θα το σκεφτώ...». «Δεν έχεις να το σκεφτείς, θα κουρευτείς!». Περίμενα μια άλλη συμπεριφορά, όχι να 'χεις φύγει για κούρεμα και να μην το ξέρεις (γέλια). Κάνω έτσι εκεί που καθόμουν, απογοητευμένη, και βλέπω μέσα στο στούντιο τον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Τάσο Καρακατσάνη τον πιανίστα. Με φωνάζει ο Χρήστος, μπαίνω μέσα, «ήρθα» του λέω. Με συμβουλεύει να προσέξω δύο πράγματα: να μη βάλω καθόλου βιμπράτο και να λέω καθαρά τις λέξεις. Πετάγεται κι ο Καρακατσάνης, που δεν τον ήξερα: «Ελενίτσα το λεν το κοριτσάκι; Ναι, ναι, Ελενίτσα, καθόλου βιμπράτο»! «Ευχαριστώ» τους λέω και, βγαίνοντας έξω, πέφτω πάνω στον Αργύρη Κουνάδη, που 'χε έρθει από τη Γερμανία, και τον Βαγγέλη Γκούφα, τον ποιητή. Σκάει ο Πατσιφάς: «Μπορείς να τραγουδήσεις τώρα, Ελενίτσα;». Ξαναμπαίνω μέσα, βάζω τ' ακουστικά και τους λέω το «Ήλιε μου, ήλιε μου, βασιλιά μου» που 'χε πει η Γαλάνη, του Χατζιδάκι, χωρίς βιμπράτο και με καθαρές τις λέξεις. Δεν με σταμάτησε. Η ψυχή μου είχε πάει στην Κούλουρη. Μου λέει μετά: «Μπορείς να μπεις πάλι μέσα να πεις ένα τραγούδι»; Μου συστήνει τον Κουνάδη και τον Γκούφα. Λέω, λοιπόν, το «Άι γαρούφαλό μου» με την πρώτη απ' τον φόβο μου. Το κομμάτι μπήκε στον δίσκο του Κουνάδη «Δεν περισσεύει υπομονή» με τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Σταύρο Πασπαράκη και μένα. Ο Θεός με έστειλε στον σωστό δρόμο μετά τα πανηγύρια. Φαντάζεσαι να 'χα πάει πουθενά αλλού και να μπέρδευα τα μπούτια με τις αμυγδαλές μου; Θέμα συγκυριών ήτανε! Να κάνω, δηλαδή, δίσκο τη μέρα της ακρόασης;   Αυτό το τραγούδι, το «Χωρίς δεκάρα πώς θα παντρευτούμε, Μανωλιό μου», μου 'κανε ζημιά χωρίς να φταίει. Το είπα στο φεστιβάλ το '74, αλλά επειδή ήμασταν περσόνες κι εγώ και το τραγούδι, δεν μπόρεσα να το υποστηρίξω. Ο συνθέτης του, ο Γιάννης ο Μέτσικας, έχει παράπονο που δεν το λέω, αλλά πώς; Αφού γράφανε στις αφίσες «Ελένη Βιτάλη» κι από κάτω «Χωρίς δεκάρα», για να θυμηθούν ποια είμαι. Άρχισε να με χαλάει. Πήγα στον Πατσιφά και του είπα «Κύριε Πατσιφά, θέλω να πω τραγούδια πιο...». Μου απαντάει «Δεν θα πεις πιο, θα πεις αυτά»! Και με έστειλε να μάθω τρόπους, να κάνω σαβουάρ-βιβρ με μια κυρία Αλίκη. Καλή της ώρα, αν ζει, ούτε το επίθετό της δεν θυμάμαι.   Για έναν χρόνο γύριζα με την κυρία Αλίκη σε Παρίσι και Βιέννη για να μάθω την κουλτούρα τους. Μια μέρα της λέω «Να σου πω, κυρία Αλίκη, τα 'μαθα πια: εκεί μπαίνει το πιρούνι, εκεί το μαχαίρι, αν πάει να περάσει κάποιος, του ανοίγω την πόρτα κ.λπ. Μην το κουράζουμε άλλο». «Κι εγώ κουράστηκα» μου απαντάει αυτή. «Τι θα πω στον Αλέκο;». Καλά περάσαμε, κάναμε τα ταξίδια μας, φάγαμε κάποια λεφτά του Πατσιφά και πιο πολλή πλάκα γινότανε, παρά μαθήματα.   Το πρώτο μου τραγούδι, το «Άιντε και φύγαμε» το έγραψα το 1975, τη χρονιά που παντρεύτηκα με τον Βαγγέλη Ξύδη. Ο άντρας μου δεν ζει πια, έχει συχωρεθεί εδώ και μερικά χρόνια. Τους «Αχαρνής», αν μ' έχει καλά ο Θεός, θα 'θελα να τους κάνω κι εγώ κάποια στιγμή, όπως ο Σαββόπουλος, που δεν τα 'χε βρει τότε με τον Κουν και το ανέβασε μόνος του το έργο. Με τον Σαββόπουλο έχω μια σχέση που ουσιαστικά δεν υπάρχει. Πάντα! Με τον δημιουργό Σαββόπουλο έχω πάθει την πλάκα μου, τον βλέπω συνέχεια μπροστά μου, όπως και τον Γκάτσο. Δεν τον γνώρισα μέσω Πατσιφά, αλλά μέσω του Βαγγέλη Ξύδη. Γιατί και μέσω του Βαγγέλη γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Ο Ξύδης ήταν ένας φιλόσοφος που είχα την τύχη να ζήσω μαζί του για 18 χρόνια. Ήμουν 20 όταν τον γνώρισα κι εκείνος 29. Χωρίσαμε στα 38 εγώ, στα 47 εκείνος. Μεγάλος έρωτας! Μας κράτησε και το παιδί φυσικά. Πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου ο Βαγγέλης!   Δεν είμαι σίγουρη, αν και θέλω να είμαι χριστιανή, ότι το να διαιωνίζεις το είδος είναι το ζητούμενο της ανθρώπινης φύσης. Αλλά, πάλι, εδώ μια έκτρωση κάνεις και κλαις για δέκα μέρες. Από την ίδια χαραμάδα περνάνε ο θάνατος κι ο έρωτας. Τα δικά μου τραγούδια δεν τα είχα εκτιμήσει ιδιαίτερα στον καιρό τους. Αν δεν επέμενε ο φίλος μου ο Γιάννης ο Σπάθας, το «Απέναντι μπαλκόνι» δεν θα έβγαινε ποτέ. Εκείνος με πίεσε, εγώ ντρεπόμουν. Τα τραγούδια τα 'παιζα με την ορχήστρα μου στα live, ώσπου ο τότε ηχολήπτης μου προθυμοποιήθηκε να τα πάει του Σπάθα. «Τι κάνεις; Με την "Κιβωτό" σου χαλάει ο κόσμος» μου είπε. Την «Κιβωτό» την έγραψα μόλις γέννησα τον γιο μου στο Λητώ. Είχα ξυπνήσει απ' τον τοκετό και κρύωνα. Δεν ήθελα να καταλάβουν οι δικοί μου ότι ξύπνησα για να μη χάσω την εμπειρία του παιδιού που ήταν στην κοιλιά μου και τώρα βρισκόταν έξω από μένα. Λίγο μετά φώναξα «θέλω να το δω, θέλω να το δω» και με πήγαν και είδα πίσω απ' το τζάμι τα μωράκια στη σειρά. Με το που είδα τον γιο μου, επιτόπου, στο Λητώ, πήρα την κιθάρα και μου βγήκε το «Είμ' εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου τ' ανταλλακτικό»! Πώς μου 'ρθε δεν ξέρω η λέξη «κιβωτός». Όταν το είπε ο Σφακιανάκης τσαντίστηκα με τον Μπενέτο τον παραγωγό, όχι με τον Σφακιανάκη. Δεν τον ήξερα τον Σφακιανάκη, αλλά δεν μου άρεσε όπως το 'λεγε: «Γεννήθηκα στην Κι-βω-τοοοό», αφού είσαι, θες να μας το δείξεις κι από πάνω; Και μόνο αυτό; Το «Ένα χειμωνιάτικο πρωί», που το 'κανε «έφυγα απ' το σπίτι σαν τρελός»; Ούτε καν ρίμα δηλαδή. Μήπως είχε πάρει άδεια απ' τον Σαββόπουλο για το «Δημοσθένους λέξις»; Μα, μπορείς να χαϊδέψεις τον κροκόδειλο; Δεν είναι σκυλάκι, πώς να το κάνουμε; Αυτά περί ρατσισμού στο τραγούδι είναι μπούρδες. Έχουμε πλέον άποψη! Πες μου τι σφυρίζεις, να σου πω τι ψηφίζεις! Και πώς να βγεις να τα πεις αυτά; Αλλά πρέπει να τα πεις!   Στην πλατεία Αμερικής είχα μετονομάσει το Μονσενιέρ, για να μην ακούγεται η λέξη, ως «Το Μαγαζί». Ένα βράδυ μπαίνει στο καμαρίνι μου ο Γιώργος Μήτσικας –αεροσυνοδός δούλευε το παιδί, που 'χε γράψει τους στίχους στο «Μαζί και μόνος»– και μου λέει: «Ρε συ, Ελένη, είναι καμαρίνι αυτό για τη Βιτάλη;». «Φύγε, μου 'ρθε κάτι τώρα»! «Μα...», «Βρε, φύγε» του λέω «και μη μιλάς». Αμέσως μου 'ρθε το «Εγώ τραγούδαγα στα πανηγύρια» που το 'κανα «στα σκυλάδικα» και στο σουβλατζίδικο που μύριζε η τσίκνα του δίπλα απ' τα κλαρίνα. Δεν μου άρεσε να το αφήσω «στα πανηγύρια», γιατί στα πανηγύρια έρχονταν και άνθρωποι με τα παιδάκια τους και διασκέδαζαν, περνούσαν όμορφα. Υπήρχαν κανόνες που εγώ τους είχα ζήσει. Το σκυλάδικο δεν είχε κανένα κανόνα. Πρωτοτραγούδησα σε σκυλάδικο με τον Μιχάλη Βιολάρη – με είχε στείλει ο Πατσιφάς. Είχα μάθει τα τραγούδια, νόμιζα ότι θα του κάνω σιγόντα, αλλά ούτε σιγόντα, ούτε τίποτα. Στοίβες τα πιάτα! Και δώσ' του «Η μάνα η Τούρκα, η μάνα η Γκρέκα»! Μου 'δινε την εντύπωση ότι έκαναν επανάσταση με τα πιάτα! Με διώξανε απ' τα σκυλάδικα, αν κι έπαιρνα 300 δραχμές μεροκάματο. Καθόλου δεν μου άρεσε αυτό το πράγμα. Ε, όλες αυτές οι μνήμες βγήκαν στο τραγούδι. Και το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» ήταν ωραίος δίσκος. Μιλούσε για τις αυταπάτες.   Ταλαιπωρήθηκα, γιατί μετά τον «Μανωλιό» άργησα να ξανακάνω σουξέ. Να 'μαι τώρα εγώ μες στο σκυλάδικο και να τραγουδάει η άλλη «Όλα θα σ' τα κάνω». Ποια όλα; Κάν' τα, είναι ανάγκη να μας τα πεις; Σε παρακαλώ πολύ, μη μου χαλάς τον έρωτα εμένα. Άντε τώρα εγώ να βγω μετά και να 'χω και το άγχος του παιδιού, γιατί δεν το άφηνα με τους παππούδες και το 'παιρνα μαζί μου. Έλεγα στο ξενοδοχείο όπου το άφηνα «Αφήστε ανοιχτή τη γραμμή με το δωμάτιό του κι άμα κλάψει, να με ειδοποιήσετε». Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα! Έτσι, πήγα στον Πατσιφά και του 'πα «φεύγω». Ξέρεις τι μου 'χε πει απ' την πρώτη μέρα που τον συνάντησα; «Το ξέρω ότι θα έχω φύγει και θα 'ρχεσαι εσύ να χέζεις στον τάφο μου». Φεύγω, πάω στο σπιτάκι μου στη Ζαχλωρού, όπου μου τηλεφωνούν και μου λένε «Ελένη, τρέχα, πέθανε ο Πατσιφάς!». Γυρίζω στην Αθήνα, πάω στην κηδεία και δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Ήταν κι ο Μάκης ο Μάτσας στην κηδεία. Λίγες μέρες μετά μου τηλεφώνησε: «Ελενίτσα, μπορούμε να συναντηθούμε;». Ο Μάτσας με ήθελε από πριν, με ζητούσε απ' τον πατέρα μου. «Φέρ' την Ελένη σε μένα» του έλεγε. Όχι, να λέμε την αλήθεια, ο Μάτσας κατάλαβε από νωρίς το ταλέντο μου. Για κάνα χρόνο ήμουν ελεύθερος σκοπευτής, έβγαζα λεφτά στα μαγαζιά, χαλαρά, τις βόλτες μου... ούτε πλούσιοι, ούτε φτωχοί. Κάποια στιγμή με παίρνει ο Μάτσας και μου ζητάει συνάντηση. «Αν πρόκειται να με θάψετε, καλύτερα να με αφήσετε ήσυχη» του ξηγήθηκα. «Δεν θα σε θάψω» μου κάνει. «Ποιον θες παραγωγό; Έχουμε τον Θεοφίλου, τον Μπενέτο». Έτσι, με φέρνει σε επαφή με τον Μανώλη Ρασούλη και κάναμε το «Παίξε, Χρήστο, επειγόντως» με τον Νικολόπουλο. Έγινε πολύ φίλος μου ο Ρασούλης!   Τότε νόμιζα ότι είχα ανταγωνισμό. Όχι! Όλοι κάναμε τη δουλίτσα μας, χωρίς ενοχλήσεις. Σ' το λέω στον λόγο της τιμής μου. Άν με ρώταγες πριν από 15 χρόνια, θα σου 'λεγα ότι μάλλον με ανταγωνίζονταν. Όχι, όμως! Ίσα-ίσα που ο ένας σύστηνε τον άλλο σε κάποιους δημιουργούς, όπως λόγου χάριν ο Νταλάρας μίλησε για μένα στον Σταμάτη Σπανουδάκη. Ο Σταμάτης, ο Μπούμπης μου! Τον λατρεύω! Τσακωνόμασταν απίστευτα γιατί μοιάζουμε ως χαρακτήρες. Μου 'χει θυμώσει, όμως, κι είναι ευκαιρία να το ξεκαθαρίσουμε κι αυτό: στον δίσκο «Και μπήκαμε στα χρόνια», από λάθος μπήκε το όνομά μου πρώτο ή μεγαλύτερο –δεν θυμάμαι τώρα– από το δικό του. Τσαντίστηκε κι είχε δίκιο, αλλά δεν ήταν δικό μου φταίξιμο.   Πριν από λίγα χρόνια τραγούδησα στο Κύτταρο με τον HaigYazdjian και την Αρετή Κετιμέ. Ένιωσα ξαφνική αδιαθεσία κι έφυγα πριν από το τέλος του προγράμματος. Καρμικό ήτανε! Μπορεί να ήταν τυχαίο όλο αυτό; Μου έλεγε η συνεργάτιδα μου: «Ελένη μου, δεν θα κάνουμε φινάλε;». «Ας βγει μόνος του ο Haig», της είπα, «δεν χάλασε κι ο κόσμος». Φεύγω, πάω σπίτι και ίσα που κατάφερα να είμαι κοντά στις τελευταίες στιγμές της μητέρας μου. Από τον Νίτσε μέχρι τον Άκη Πάνου, η απώλεια ενεργοποιεί το συγκινησιακό μας. Δεν υπάρχει άνθρωπος αδρανής απέναντι στον θρήνο του θανάτου. Πρέπει να πενθείς! Αν δεν πενθήσεις, γίνεται μπούμερανγκ και παθαίνεις κατάθλιψη. Αν δε θες να πονέσεις, δυστυχώς θα πονέσεις αλλιώς. Εγώ, που είμαι ευαίσθητη, έφαγα χοντρή σφαλιάρα με τον θάνατο του πατέρα μου. Ζούσα από μικρή με τον φόβο του θανάτου του, είχα ψύχωση. Μετά αυτό γύρισε στη μητέρα μου, εκεί που στην αρχή τα κορίτσια πάντα έχουν κόλλημα με τον πατέρα τους. Πηγή: www.lifo.gr

Είπα του Γιώργου Μητρόπουλου, του ραδιοφωνικού παραγωγού, ότι υπάρχει ένα μεζεδοπωλείο στου Ψυρρή, που όμως έπρεπε να ανακαινιστεί και να μεγαλώσει κάπως για να ξαναβγώ να τραγουδήσω μετά την περιπέτειά μου, που την ξέρει πια όλος ο κόσμος. Μου έλεγε ο ιδιοκτήτης τότε να μου δώσει κάποια προκαταβολή. «Άσε την προκαταβολή και ρίξ' τα όλα στο μαγαζί». Ερχόταν ο Μητρόπουλος σπίτι και κοιτούσαμε τα κομμάτια. Μετά τον Γιώργο Μητρόπουλο, το τοπίο άνοιξε. Έγινε ένα θαύμα κι εγώ πιστεύω στα θαύματα. Θέλω να είμαι χριστιανή, χωρίς να κάνω προσηλυτισμό τώρα. Η Κατερίνα Γώγου πέθανε στα χέρια μας. Θα σου εξηγήσω... Ήταν να κάνω το Αμάν - Αμήν με τον Ξαρχάκο, αλλά δεν μας προέκυψε και τελικά ανέβασε την παράσταση με την Πόλυ Πάνου. Εγώ το 'χα απωθημένο το «Ρεμπέτικο» του Σταύρου και με πιάνει ο ιδιοκτήτης του Δία, έτσι λεγόταν ένα μαγαζί στις Τρεις Γέφυρες... Τηλεφωνώ στη Σωτηρία Λεονάρδου να στήσουμε πρόγραμμα με το «Ρεμπέτικο», αλλά αυτή ήθελε να τραγουδάει Άσιμο. Εκεί γνώρισα τη Γώγου – ήταν κολλητές με τη Σωτηρία κι ερχόταν μετά απ' το καμαρίνι μας. Η ίδια μου 'πε ότι μπήκε στα ναρκωτικά για να βγάλει την κόρη της. Ένα βράδυ που δεν είχε έρθει η Σωτηρία στο μαγαζί να τραγουδήσει, η Κατερίνα μού αφήνει ένα σημείωμα για να της το δώσω. Τέσσερις λέξεις μόνο: «Σωτηρία, φεύγω, είμαι χώμα». Δεν ήταν καλά, πλησίαζε το τέλος. Την πήρε ο Βαγγέλης αγκαλιά και την πήγαμε σπίτι της στο κέντρο. Την επομένη, 3 Οκτωβρίου, μαθαμε ότι η Κατερίνα Γώγου είναι νεκρή. Πάπαλα! Το 'χω το σημείωμα ακόμα, δεν μπορώ να το βλέπω όμως. Με τον Σταύρο Ξαρχάκο έχουμε ένα κοινό μουσικό, τον πιανίστα και συνθέτη Νεοκλή Νεοφυτίδη. Συναντηθήκαμε πριν από λίγο καιρό στη Θεσσαλονίκη, όπου είχα πάει να δω το Μεγάλο μας Τσίρκο κι εκεί ο Σταύρος μου πρότεινε τη νέα συνεργασία. Σκέφτηκε ότι είναι τα τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Τσιτσάνη φέτος. Τώρα που μου πρότεινε ο Ξαρχάκος να τον τραγουδήσω είπα «Όπα, κάτσε καλά, ο άνθρωπος έχει κάνει έργο». Ακούς τα τραγούδια του κι είναι σαν καρδιογράφημα (τραγουδάει την «Αχάριστη» και κάνει με το χέρι πάνω-κάτω τις γραμμές του καρδιογραφήματος). Ορατόρια έγραψε ο Τσιτσάνης, τι να πω εγώ τώρα για το έργο του; Έλεγα ανέκαθεν τα τραγούδια του που με πείραζαν, όχι όλα του. Πηγή: www.lifo.gr
http://www.lifo.gr/mag/features/4154

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου